λεόπαρδος

λεόπαρδος
ο (AM λεόπαρδος)
η λεοπάρδαλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λέων + πάρδος
είναι εμφανής η επίδραση του λατ. leopardus (pardus «αρσενικός πάνθηρας»), αφού η συνήθης μορφή με την οποία εμφανίζεται ο τ. λέων ως α' συνθετικό είναι λεοντο- και όχι λεο-, ο δε τ. πάρδος μαρτυρείται στους μτγν. χρόνους (για πρώτη φορά στον Αιλιανό, 2ος-3ος μ.Χ. αιώνας). Στη Νέα Ελληνική έχει επικρατήσει η ονομασία λεοπάρδαλη*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • λεόπαρδος — leopard masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεοπάρδοις — λεόπαρδος leopard masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεοπάρδου — λεόπαρδος leopard masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεοπάρδων — λεόπαρδος leopard masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεοπάρδῳ — λεόπαρδος leopard masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεόπαρδε — λεόπαρδος leopard masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεόπαρδον — λεόπαρδος leopard masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεοπάρδαλη — Κοινή ονομασία του θηλαστικού Panthera pardus, της οικογένειας των αιλουροειδών, της τάξης των σαρκοφάγων. Στη νεότερη συστηματική ταξινόμηση ο όρος πάνθηρας δηλώνει γένος διαφόρων ειδών αιλουροειδών, τα οποία παλαιότερα περιλαμβάνονταν στο γένος …   Dictionary of Greek

  • λεοντόπαρδος — λεοντόπαρδος, ὁ (Μ) η λεοπάρδαλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < λεοντ(ο) * + πάρδος «λεοπάρδαλις». Βλ. και λεόπαρδος] …   Dictionary of Greek

  • λυκόπαρδος — λυκόπαρδος, ὁ (Μ) ο λυκοπάνθηρος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + πάρδος (πρβλ. λεόπαρδος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”